Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

son of a gun

<<Ο θάνατος είναι ο πατέρας μου.
    Η γαλήνη η μάνα μου.
    Γεννήθηκα μέσα από μια κραυγή>>

Στο βάθος του χολ,καθόταν ο Ντέιβιντ και έκανε ακόμα ένα τσιγάρο.Απορροφημένος από τις σκέψεις και τις τύψεις του,είχε γεμίσει το κόκκινο του πουλόβερ με κάφτρες,το αγαπημένο της Μάργκαρετ,πριν σταματήσει να του μιλάει. Είχε πιεί σχεδόν μισό μπουκάλι,από ενα φτηνό whiskey,που'χε πάρει από μια κάβα,δύο τετράγωνα μακρυά από το σπίτι τους.Πως μπορούσε να ξαπλώσει πια μαζί της ξανά;
Όλο αυτό τον καιρό έμενε ξάγρυπνος,κοιμόταν ελάχιστα και είχε λιποθυμήσει στην δουλειά  μια φορά και παραλίγο να τον διώξουν. Σήμερα είχε μια τρελή επιθυμία να απλώσει το κορμί του πλάι στο δικό της.
Δεν ήθελε να την αγγίξει,ήξερε πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο θα την ενοχλούσε πάρα πολύ.Βέβαια η ευτυχία δεν υπήρξε ποτέ στο πλευρό τους,απ'την άλλη.Προσπαθούσε πολύ,να κρατήσει την πλάτη του κολλημένη σε αυτή την ξύλινη καρέκλα,που τόσο έχει σιχαθεί,αλλά ήξερε καλα πως έπρεπε να μείνει εκεί.
Έβλεπε το πρόσωπο της,τόσο γαλήνιο στην άλλη άκρη του χώρου.
H Μάργκαρετ έκανε πάντα ελαφρύ ύπνο,λόγω του άγχους της για το παιδί.Μετά το χαμό του,κάθε ήχος ήταν αρκετός να διακόψει την νυχτερινή "ξεκούραση" της.
Τον ύπνο της διέκοψε ενα σκάλισμα στην κλειδαρότρυπα της εξώπορτας και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα,μια φιγούρα στεκόταν πάνω από τον άντρα της,που οριακά είχε επαφή με το περιβάλλον.
Εκείνος με ενα μόνο ελαφρύ άγγιγμα στον ώμο,εκτινάχτηκε στον αέρα και κοιτώντας πίσω του αντίκρισε μια μάσκα,να προβάλει μέσα από τα σκοτάδια μια λευκή ξύλινη μάσκα και μέσα τις τρύπες δύο μάτια κατακόκκινα,σαν να τρέφονταν με αίμα και όχι με ηλιακό φώς.Δεν υπήρχε πάνω της κανένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό,πέρα από ένα σκαλυσμένο κυνικό χαμόγελο ψυχοπαθή.Η φιγούρα,που το ύψος ήταν κοντά στα δύο μέτρα και ιδιαίτερα αδύνατη στάθηκε εκεί ακίνητη κοιτάζοντας,όσο ο Ντέιβιντ έτρεξε προς την Μάργκαρετ φωνάζοντας βοήθεια και την αγκάλιασε.

Δεν ήταν απλά ένας δολοφόνος,
μια απειλή,
το μανιακό χαμόγελο που είχε σκαλύσει στη μάσκα και το βλέμμα του,έδειχναν και κάτι άλλο.
Ο θάνατος στα μάτια του φαινόταν αλλιώς.
Ήταν σαν μια υπέροχη δημιουργία,σαν μια απελευθέρωση.
Το μόνο που ηχούσε στο δικό του μυαλό ήταν το
 <<απελευθέρωσε τις ψυχές τους>>.

Το χέρι του αγκάλιαζε ένα όπλο μακρύ και στράφηκε απευθείας προς τον Ντέιβιντ,ο οποίος έκρυψε την Μάργκαρετ μες την αγκαλιά του.Η σκανδάλη είχε ήδη πατηθεί δύο φορές.
Η μια τρύπησε απευθείας τον Ντείβιντ και στα μάτια του μεγαλόσωμου άντρα, φωτιές άρχισαν να βγαίνουν μέσα από το στέρνο του.Η τρύπα της σφαίρας ήταν η πύλη του για την γαλήνη,για τον εξαγνισμό της ψυχής του.
Η δεύτερη σφαίρα βρήκε την Μάργκαρετ στην πλάτη,τα μάτια της γύρισαν ανάποδα και τα βλέφαρα της έκλεισαν.Το στόμα της άρχισε να βγάζει καπνούς και η πλάτη της γέμισε με πολλά μικρά τριαντάφυλλα,τα οποία φλέγονταν σιγά-σιγά.

Το περιστατικό είχε μεταφερθεί από το σκοτεινό διαμέρισμα του ζευγαριού σε ενα φωτεινό, αλλά γεμάτο ομίχλη και  υγρασία περιβάλλον,όπου όλα ήταν ήσυχα,γαλήνια και ρίζες δέντρων φύτρωναν γύρω από τα νεκρά σώματα
-που πήγαζαν ζωή.-
Όλα στο μυαλό της σκιάς δολοφόνου φάνταζαν τόσο πανέμορφα.

Ξαφνικά,τα φώτα από τα γύρω σπίτια άρχισαν να ανάβουν,λίγα λεπτά μετά το διαμέρισμα είχε αδειάσει από κάθε μορφή ζωής και είχε γεμίσει με καπνό απ'τα τσιγάρα του Ντέιβιντ και από την κάννη του όπλου της φιγούρας,που χάθηκε και πάλι μες το σκοτάδι από όπου και προήλθε.


Το πρωί η αστυνομία στην έρευνα της,βρήκε μια φωτογραφία του παιδιού τους,κολλημένη στη πινακίδα της οδού,ακριβώς κάτω από το σπίτι τους και από πίσω γραμμένο,με περιποιημένα  και καλλίγραφικα γράμματα...
" Έχω βρεθεί πιο κοντά στο θάνατο,από τον καθένα σας και ήταν υπέροχα"


Φωτογραφία: Cow


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου