Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Now I do my talking with a gun

Το πάτωμα έτριζε από το βαρύ νωχελικό περπάτημα του.
Άνοιξε το ψυγείο για τρίτη φορά,αλλά και πάλι μόνο το φως τον κοίταγε από μέσα.
Έτσι πήγε προς το στρατιωτικό του μπαούλο,πήρε από μέσα τον μπερέ,που φορούσε πάντα κατά τις εξόδους του.
Έκλεισε δυνατά την πόρτα πίσω του,φορώντας το κλασικό χαμόγελο απόγνωσης του.
Είχε λίγο ομίχλη  και σκοτάδι στη γειτονιά του,αλλά όλος ο κόσμος ήταν έξω στις αυλές και τα μπαλκόνια τους.Άλλοι γέλαγαν,άλλοι τσακώνονταν, οι μανάδες φώναζαν στα παιδιά,που είχαν γεμίσει τα ρούχα τους με λάσπες.
Ο Αλ όπως συνήθιζε στεκόταν στην γωνία,έξω από το παντοπωλείο του Μπιλ και έβγαζε πάλι ένα από τα κηρύγματα του.
"Δεν έχει σημασία αν είσαι φτωχός ή πλούσιος,είμαστε όλοι γιοί του ίδιου και μοναδικού θεού.Και εκείνος θα μας αγαπάει για πάντα."
"Και ο δικός μου πατέρας,είπε οτι θα με αγαπάει για πάντα",τον διέκοψε ο Τσάρλι.
"Βέβαια το πάντα για αυτόν, διέρκισε κοντά στα πέντε χρόνια και μια εξομολόγηση".
"Μην γίνεσαι βλάσφημος Τσάρλι".
"Μπορεί ο Θεός να γεμίσει το στομάχι μου Αλ;Ο Θεός έστειλε εμένα κι όχι εσένα στον πόλεμο,ούτε μου χάρισε μετάλλια,αλλά και να μου τα χάριζε δεν θα μου φέρναν τροφή.
Μόνο πληγές και εφιάλτες έλαβα εγώ."
Ξαφνικά όλη στη γειτονιά είχαν σωπάσει .Τα βλέμματα τους ήταν καρφωμένα στους δύο άντρες.Ο Αλ δεν μίλησε ακούμπησε τη βίβλο,που είχε πάντα μαζί του και άρχισε να μιλάει σιγανά.
"Μην προσεύχεσαι για μένα παλιόφιλε.Εγώ δεν προσευχόμουνα για σένα,όταν σε έβρισκα λιπόθυμο στους δρόμους.Πέταγα το μπουκάλι whiskey,που είχες στο χέρι σου και σε γυρνούσα σπίτι σου.Τώρα αντί για αλκοόλ,κρατάς το παραμύθι σου.",σταμάτησε.
Είχε κάνει τον παλιό του φίλο ήδη αρκετά άσχημα.Έβαλε το προτελευταίο τσιγάρο που του είχε μείνει στο στόμα του και έψαξε για σπίρτα,καθώς απομακρυνόταν.
Δυο στενά μετά έστριψε,κάθισε σε ενα καφάσι με άδειες μπύρες,που η pub του Φιλ,είχε αφήσει.Πνίγηκε στα δάκρυα του και τον καπνό.Σκουπίστηκε και μπήκε μες την pub.
Η μπάρα ήταν σχεδόν γεμάτη,αλλά η θέση του στη γωνία δίπλα στη σκάλα ήταν άδεια,κάθισε και έβγαλε δυο δεκαράκια που του  είχαν απομείνει.
Ο Φίλ τον πλησίασε σκούπιζοντας τα χέρια του απ'τα νερά πάνω στην ποδιά του,κοίταξε τα ψηλά που είχε αφήσει ο Τσάρλι στον πάγκο,χαμογέλασε και του είπε
"Βλέπω δεν θα τα αφήσεις βερεσέ σήμερα."
"Βερεσέ τέλος φίλε μου.Αν και είναι τελευταία μέρα που πίνω σήμερα."
"Το αλκοόλ δεν έχει τελευταίες μέρες και φορές.Μόνο ο θάνατος μπορεί να σταματήσει κάποιον από το αλκοόλ.Τι whiskey θες;"
"Δυο δεκάρικα έχω ρε Φιλ,τι να θέλω;Το φθηνότερο βάλε"
"Αν μου δώσεις ενα τσιγάρο,μπορώ να σου βάλω όποιο θες"
Ο Τσάρλι κοίταξε το πακέτο και σκέφτηκε,"αυτό θα ήταν το τελευταίο μου τσιγάρο".
"Θα το μετανιώσω σίγουρα",είπε ανασθαινάζοντας και πέταξε το πακέτο στον Φιλ.
Ο Φίλ άρπαξε αμέσως το πακέτο,το έβαλε στο στόμα του,τράβηξε μια μεγάλη τζούρα και φύσηξε τον καπνό στα μούτρα του Τσάρλι επιδεικτικά.
Τα χέρια του τρέμαν·είχε ήδη μετανιώσει τη "δωρεά" του
"Ποο ξεχαρμάνιασα" του είπε,"για λέγε πιο θες."
"Βάλε το ακιβότερο."
Μια στιγμή αργότερα ενα ποτήρι με δυο δάχτυλα whiskey σύρθηκε πάνω στον πάγκο στο μέρος του Τσαρλ.Το τρέμουλο σταμάτησε·όρμηξε σαν διψασμένο σκυλί στο whiskey και ήπιε μια γουλιά.

Μετά από αρκετή ώρα,ο Φιλ ξαναπλησίασε τον Τσάρλι ελαφρώς μεθυσμένος.
"Ρε Τσάρλι αγορίνα μου,άσχημο παιδί δεν είσαι.Πως και δεν σε έχω δει ποτέ με καμία κοπελίτσα,ούτε εδώ,ούτε στη γειτονιά γενικά;;"
"Ποιά θα γυρίσει να κοιτάξει ενα σακάτη απ΄το πόλεμο;;",είπε νιώθοντας εντελώς άβολα.
"Τι λες ρε;;;",φώναξε και ξεκαρδιστικέ στα γέλια.
"Οι γυναίκες τρελαίνονται για περιπετιώδης άντρες.Νιώθουν ασφάλεια."
"Το whiskey μου τελείωσε Φιλ το ίδιο και τα λεφτά μου.Θα αποχωρίσω."
"Που πας ρε πάλι;Μια φορά είπα να ανταλλάξουμε μια σοβαρή κουβέντα.Άμα τόσο σε ενοχλεί δεν συνεχίζω ρε Τσάρλι."
"Καληνύχτα Φιλ"
"Εύχομαι να τα πούμε σύντομα φίλε μου."
Ο Τσάρλι ήξερε ότι αυτό δεν θα συναίβενε.
Βγαίνοντας έξω συνειδητοποίησε ότι η θερμοκρασία είχε πέσει πολύ,έτσι έσφιξε το κασκόλ γύρω από το λαιμό του και ξεκίνησε το γυρισμό προς το σπίτι του.Στάθηκε για πέντε λεπτά έξω από το σπίτι του Αλ.Ο φωτισμός στο σπίτι του ήταν χαμηλός,αλλά μια  φιγούρα εμφανίστηκε στο παράθυρο.Σήκωσε την παλάμη της και αποχαιρέτησε τον Τσάρλι.Μια στιγμή αργότερα,το σπίτι του Αλ πλημμύρισε σκοτάδι.

Δεκά λεπτά αργότερα όλα τα φώτα της γειτονιάς άναψαν,μαζί και του Αλ,στον ήχο ενος πυροβολισμού,που ερχόταν από το σπίτι του Τσάρλι.

Κανείς ποτέ δεν έμαθε την αιτία για την αυτοκτονία του,εκτός του Άλαν,που ήξερε τα πάντα.
Τα πάντα για τον έρωτα του Τσάρλι για αυτόν.Το μυστικό τους,θάφτηκε μαζί με κάθε γράμμα που είχαν ανταλλάξει κατά τη διάρκεια του πολέμου,μέσα στον τάφο του.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου