Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Κουρέλια No.1

Παρασκευή..Άλλη μια Παρασκευή
Κοντά στα τελειώματα άλλου ενός Απρίλη.
Οι αχτίδες του ηλίου άρχιζαν σιγά σιγά να τρυπάνε τα παράθυρα του μπάρ,αλλά ο κόσμος δεν φαινόταν πρόθυμος να σπάσει.
Η σερβιτόρα καθόταν σε ενα σκαμπό στη γωνία,πίσω από την μπάρα.Πνιγμένη στις δικές τις σκέψεις.Είχε σχολάσει εδώ και ώρα,αλλά κράταγε παρέα στο αφεντικό της.

-Κοίτα την πόσο ήρεμη είναι.Πόσο όμορφη.Στέκεται εξαντλημένη,δεν παραπονιέται....
-Θες να μάθεις κάτι για τις σιωπηλές και όμορφες σερβιτόρες.Είναι τα καλύτερα παιδιά...
Και τα πιο επικίνδυνα.
-Επικίνδυνα;;
-Κουβαλάνε βάρος φίλε.Πως είπαμε ότι σε λένε;
-Ιάκωβος,χάρηκα.
-Μάξιμος.Μην λες χάρηκα,θα το καταλάβω στην πορεία.Από όλα τα χάρηκα το μόνο που πραγματικά με έπεισε,είναι εκείνο που δεν το άκουσα.Το βίωσα.Ενα όμορφο βράδυ με μια σερβιτόρα.Βέβαια εγώ δεν την γνώρισα σαν τέτοια.Γνώρισα την ήρεμη πλευρά της,αλλά ερωτεύτηκα και τις δύο.
-Και τι έγινε;
-Δεν είναι η κατάλληλη ώρα νομίζω.Μόλις ξημέρωσε.Νομίζω ότι μπορούμε να γιορτάσουμε αυτό και να πιούμε ενα τελευταίο gin.

Επικράτησε ησυχία μέχρι να φτάσουν τα δύο τελευταία ποτά.Έστριψαν και οι δύο από ενα τσιγάρο και τσούγγρισαν τα ποτήρια τους σκεπτικοί.
Τους συλλογισμούς τους διέκοψε ο Όσκαρ.
-Πήγαινε βρε κορίτσι μου να ξεκουραστείς.Τι κάθεσαι εδώ ως τόσο αργά;
-Έχουμε δουλίτσα ρε Όσκαρ ακόμα. Ποιός θα μαζέψει όλο αυτό το χαμό;
-Να μην σκας εσύ.Δικό μου θέμα.Πήγαινε να πλαγιάσεις.Θα το κλείσω εγώ το μαγαζί.Επειδή αυτοί είναι μπεκρίδες,θα καταστρέψεις εσύ τον ύπνο σου;;

Ο Μαξ γέλασε,γνώριζε πολύ καλά τον Όσκαρ και ακόμα καλύτερα το χιούμορ του.Ο Ιάκωβος από την άλλη ένιωσε άσχημα και το βλέμμα που έλαβε αμέσως μετά απο εκείνη τον έφερε σε ακόμα πιο δύσκολη θέση.
Εκείνη χαμογέλασε φόρεσε το πορτοκαλί μπουφάν της.Αγκάλιασε τον Όσκαρ και έφυγε σχεδόν σκυφτή από την κούραση.
Ο Ιάκωβος αμέσως κοίταξε το Μάξιμο με βλέμμα απόγνωσης.
-Τι με κοιτάς ρε;Πήγαινε
-Τι;
-Αυτό δεν θες;Να της μιλήσεις;Να κοιταχτείτε;Πήγαινε βρε μπέκρουλα.

Εκείνος πετάχτηκε από το σκαμπό.
"Να πληρώσω παρακάλω"
"Άστο μια άλλη φορά"του φώναξε ο Μαξιμος σπρώχνοντας τον.

Ξαφνικά το μπαρ είχε αδειάσει και ακουγόντουσαν μόνο τα γέλια των δύο αντρών,που είχαν απομείνει.
"Αυτό από εμένα Μαξ."
"Πήγε κίολας εννέα ρε Όσκαρ."
"Δεν βαριέσαι.Κάτσε να πούμε καμιά κουβέντα της προκοπής.Πως και κάθησες μέχρι τέτοια ώρα σήμερα;"
"Είχε όμορφο βράδυ απόψε ρε και ξεχάστηκα"
"Ειναι καλό να ξεχνιέσαι ειναι ανθρώπινο.Υπάρχουν άνθρωποι και άνθρωποι."
"Υπάρχουν άνθρωποι μεθυσμένε μου φίλε,που είναι διαμάντια,κι ας νιώθουνε σκουπίδια, κι ας λένε οτι είναι κουρέλια"
Οι συζητήσεις των δύο συνεχίστηκαν για ώρα...

Στην άλλη πλευρά της πόλης,κάποιος είχε κατεβάσει τις γρίλιες,ξαπλωμένος,με τα μάτια ανοιχτά καρφωμένα στο ταβάνι.Γεμάτος από ζωή.Γεμάτος ευτυχία.
Ευτυχία είναι να έχεις την ελευθερία,την ελευθερία να την κοιτάξεις στα μάτια.Την ελευθερία να αισθάνεσαι τα πάντα.


Κεφ.2
Ήταν μόλις είκοσι λεπτά μετά τα μεσάνυχτα.Το σπίτι του Μάξιμου ήταν γεμάτο φωνές,γέλια και μια έντονη μυρωδιά κρασιού.Του άρεσε που και που να δίνει ρεπό στην μοναξιά του,να αφήνει το σκύλο του τον Τόμπι να χαλαρώσει από τις καθημερινές συζητήσεις και εξομολογήσεις του και να περνάει κάποιες ώρες με τους κοντινούς του ανθρώπους. Με τους αγαπημένους κοντινούς του ανθρώπους.
Έκανε παρέα και με τέτοια πλάσματα,παραδόξως.Ο Αποστόλης και ο Γιώργος ήταν ήδη αρκετά μεθυσμένοι και γελούσαν ακατάπαυστα κάνοντας την επικοινωνία των υπόλοιπων σχεδόν αδύνατη.
Έλειπε η Αφροδίτη,είχε αργήσει ήδη αρκετά αλλά δεν είχε έρθει και ποτέ στην ώρα της.

Έφτασε τότε και η Αφροδίτη χοροπηδώντας από τη χαρά της...
"Που είσαι εσύ καλέ μου;;;Γιατί πρέπει να κάνω πάντα έναν αιώνα για να σε δω ρε βλάκα;",είπε αγκαλιάζοντας τον Μαξ.
"Βρήκα αυτό το γράμμα στο γραμματοκιβώτιο."
Τότε όλοι πετάχτηκαν από τις θέσεις τους και ξαφνικά βρέθηκαν πάνω από τον Μαξ,που το κοίταζε,με μάτια θολά.
-Γράμμα για τον Μάξ;;;
-Από ποιά είναι;Από καμία θαυμάστρια.
-Σκάστε ρε.
Η Αφροδίτη πρόσεξε από το βλέμμα του Μαξ,ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για κακό χιούμορ.
"Μαξ;",του είπε. " 'Ολα καλά"
Εκέινος την κοίταξε σίγα σίγα,ανασήκωσε τους ώμους και έβαλε ενα ψεύτικο χαμόγελο.
"Ναι,από μια φίλη από παλιά είναι"
Ο Αποστόλης έφυγε από δίπλα του λέγοντας "Οκέυ,νομίζω όλοι καταλαβαίνουμε πάνω κάτω που πηγαίνει αυτό.Διάβασε το γράμμα φίλε και αν υπάρχει κάτι που θες να συζητήσεις,νιώσε άνετα,υποθέτω"
Ο Μάξιμος δεν τον άκουσε.Ήταν χαμένος.Είχε ήδη ανοίξει τον φάκελο και απλά κοίταζε τα γράμματα,χωρίς να διαβάζει.
Μισή ώρα αργότερα γύρισε νοητικά και πίσω στην παρέα του.
"Έρχεται στην Αθήνα και θέλει να βρεθούμε.Δεν ήταν τίποτα το ανησυχητικό."
"εμμ μάλιστα δεν ακούγεσαι ιδιαίτερα  καθησυχαστικός αλλά ας το αφήσουμε για τώρα.
Βάλε μου λίγο κρασί τώρα.Μισή ώρα εδώ,δεν έχω πιει γουλιά"
Το βράδυ τους κύλησε όμορφα,χωρίς συζητήσεις που κανείς δεν θα ήθελε να κάνει.
Και έτσι όλοι κοιμήθηκαν μεθυσμένοι και ήρεμοι για άλλο ενα βράδυ...
Ή σχεδόν όλοι...




Κεφ.3 
Είχαν περάσει δυο εβδομάδες και ήρθε η μέρα,που η Κ. έφτανε στην Αθήνα.
Ήταν καθιστός στα Πετράλωνα,μέχρι που εμφανίστηκε εκείνη.Κάθε φορά που εκείνη φαινόταν,η καρδιά του άλλαζε ρυθμό και το σφίξιμο στο στήθος γινόταν πιο έντονο.Όπως πάντα περπατούσε με ενα μπουκάλι νερό στο χέρι της και χάζευε γύρω γύρω.
Περπάτησαν μέχρι το λόφο,στεκόντουσαν για ώρα αμίλητοι, κοιτούσαν ο ενας μέσα στα μάτια του άλλου.Είχαν πολλά είδη επικοινωνίας εκείνη ήταν από τις αγαπημένες του.Να κοιτά μες τα μεγάλα μάτια της και να καταπίνει τη μια τζούρα του τσιγάρου του,μετά την άλλη.
"Θα σταματήσεις να καπνίζεις σαν διάολος;Χαλάρωσε,είναι αληθινό.Είμαστε εμείς και είμαστε εδώ",είπε εκείνη γελώντας.
Εκείνος πέταξε το τσιγάρο και την αγκάλιασε σφιχτά.Ξαφνικά οι παλμοί της καρδιάς του γύρισαν πάλι στα φυσιολογικά τους.
"Πως το κάνεις;Πως καταφέρνεις να με ηρεμείς έτσι;"
"Ξέρω τι έχεις ανάγκη ρε Μάξιμε.Σαν μικρό παιδί είσαι,έχεις ανάγκη μια αγκαλιά και δύο λόγια αληθινά για να ηρεμήσεις."
Εκείνος έκανε λίγο πίσω.Τα πρόσωπα τους απήχαν μόλις μια αναπνοή.Δεν την φίλησε,απλά έπιασε την τούφα από τα μαλλιά της,που μόνιμα πετούσε μπροστά από το μάτι της και την έβαλε πίσω από το αυτί της.Έπειτα την χάιδεψε στο μάγουλο και την ξαναγκάλιασε και τα μακρυά μαλλιά και των δύο μπλέχτηκαν σαν τους δύο κόσμους τους,που δεν διαφέραν και  πολύ.Αυτό ήταν που τους ένωνε.
Από εκεί πήγαζε αυτός ο απερίγραπτος έρωτας τους για εκείνη.
"Πως είναι η ζωή γλυκέ μου;"
"Απλή,η δουλειά πάει καλά.Προσπαθώ σαν τον Τόμπι και εγώ να συνηθίσω το νέο σπίτι."
"Με είχες ρωτήσει παλιότερα,πόσο καιρό είχα να κοιμηθώ ήρεμη.Να πέσω στο κρεβάτι και να μην με βασανίζει κάτι.Θέλω να σε ρωτήσω το ίδιο πράγμα τώρα Μαξ."
"Αμ,ναι....Κοιμάμαι μέτρια,αλλά έχω καλή παρέα.Είσαι η πρώτη μου σκέψη όταν ξυπνάω και συνήθως όταν πέφτω,σχεδόν πάντα μεθυσμένος!"
"Ειιιιι,γιατί;;"
Εκείνος γέλασε
"Ναι ούτε παρατηρήσεις δεν μπορώ να κάνω με εσένα που έχω μπλέξει"
"Ναι,είσαι πολύ όμορφη και αστεία,όταν παίρνεις το αυστηρό σου βλέμμα.Δεν στο έχω ξαναπεί αυτό.Σου έχω πει μόνο για όταν κοιμάσαι."
"εεειιιι"
"Τι;;Έχεις το βλέμμα του είμαι ελεύθερη"
"Εσύ"
"Εγώ;"
"Είσαι;"
"Τώρα;Όχι",είπε και την φίλησε λίγο διστακτικά στην αρχή,αλλά μετά αφέθηκε.Την έτριψε για λίγο στο λαιμό και μετά απομακρύνθηκε.
"Τώρα ναι"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου