Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Λίγο πριν το σβήσιμο

Όλα τα πράγματα καλώς ή κακώς κάποτε φτάνουν στο τέλος τους.
Έτσι και η πορεία αυτού του μπλόγκ
Μετά από κοντά δύο χρόνια,ξεπέρασε το σημείο κορεσμού του και κατέληξε πιο πολύ βάρος παρά διαφυγή,κάτι για το οποίο ξεκίνησε. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε λέξη,κάθε άνθρωπος,ποίημα,διήγημα δεν είναι αυτό ακριβώς αυτό που είναι.
100% αληθινά.....
Απλά όλα κάνουν τον κύκλο τους.Μην τα ξαναλέμε.
Άλλε δουλειές ποιήματα,διηγήματα,fanzin και ότι άλλο προκύψει φυσικά δεν θα σταματήσουν,απλά όχι με αυτό τον τρόπο.

Το μπλόγκ αυτό φιλοξένησε πολλούς και πολλά και παρότι,είναι μόνο ενα μέσο διάδοσης και προβολής ιδεών,απέκτησε συναισθηματική αξία και αυτός είναι ένας από τους λόγους,που η πορεία του σταματάει εδώ.
Όχι γιατί χάθηκε η αξία αυτή.Απλά γιατί πρέπει να μείνει άθικτη,να μείνει αυτή που είναι.  

Δεν ξέρω το ευχαριστώ πόσο καλύπτει τους ανθρώπους,τις στιγμές,τα βιώματα,που πέρασαν από εδώ μέσα.

Για αυτούς που γούσταραν.
Γούσταραν να μείνουν.
(Ξέρουν αυτοί ποιοί είναι)

Αλλά πραγματικά σας ευχαριστώ.

***************
Υ.Γ.  Κανείς δεν χάνεται.
Υ.Γ.2 Υπάρχουν πολλές εκκρεμότητες.Κείμενα που δεν τελείωσαν.Διηγήματα (που σε αυτή την περίπτωση οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα στα κείμενα είναι αληθινή),που μείναν λειψά,για τον οποιοδήποτε λόγο,θα ολοκληρωθούν ή θα σας πω αν δεν πρόκειται να τα συνεχίσω.

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Κουρέλια No.1

Παρασκευή..Άλλη μια Παρασκευή
Κοντά στα τελειώματα άλλου ενός Απρίλη.
Οι αχτίδες του ηλίου άρχιζαν σιγά σιγά να τρυπάνε τα παράθυρα του μπάρ,αλλά ο κόσμος δεν φαινόταν πρόθυμος να σπάσει.
Η σερβιτόρα καθόταν σε ενα σκαμπό στη γωνία,πίσω από την μπάρα.Πνιγμένη στις δικές τις σκέψεις.Είχε σχολάσει εδώ και ώρα,αλλά κράταγε παρέα στο αφεντικό της.

-Κοίτα την πόσο ήρεμη είναι.Πόσο όμορφη.Στέκεται εξαντλημένη,δεν παραπονιέται....
-Θες να μάθεις κάτι για τις σιωπηλές και όμορφες σερβιτόρες.Είναι τα καλύτερα παιδιά...
Και τα πιο επικίνδυνα.
-Επικίνδυνα;;
-Κουβαλάνε βάρος φίλε.Πως είπαμε ότι σε λένε;
-Ιάκωβος,χάρηκα.
-Μάξιμος.Μην λες χάρηκα,θα το καταλάβω στην πορεία.Από όλα τα χάρηκα το μόνο που πραγματικά με έπεισε,είναι εκείνο που δεν το άκουσα.Το βίωσα.Ενα όμορφο βράδυ με μια σερβιτόρα.Βέβαια εγώ δεν την γνώρισα σαν τέτοια.Γνώρισα την ήρεμη πλευρά της,αλλά ερωτεύτηκα και τις δύο.
-Και τι έγινε;
-Δεν είναι η κατάλληλη ώρα νομίζω.Μόλις ξημέρωσε.Νομίζω ότι μπορούμε να γιορτάσουμε αυτό και να πιούμε ενα τελευταίο gin.

Επικράτησε ησυχία μέχρι να φτάσουν τα δύο τελευταία ποτά.Έστριψαν και οι δύο από ενα τσιγάρο και τσούγγρισαν τα ποτήρια τους σκεπτικοί.
Τους συλλογισμούς τους διέκοψε ο Όσκαρ.
-Πήγαινε βρε κορίτσι μου να ξεκουραστείς.Τι κάθεσαι εδώ ως τόσο αργά;
-Έχουμε δουλίτσα ρε Όσκαρ ακόμα. Ποιός θα μαζέψει όλο αυτό το χαμό;
-Να μην σκας εσύ.Δικό μου θέμα.Πήγαινε να πλαγιάσεις.Θα το κλείσω εγώ το μαγαζί.Επειδή αυτοί είναι μπεκρίδες,θα καταστρέψεις εσύ τον ύπνο σου;;

Ο Μαξ γέλασε,γνώριζε πολύ καλά τον Όσκαρ και ακόμα καλύτερα το χιούμορ του.Ο Ιάκωβος από την άλλη ένιωσε άσχημα και το βλέμμα που έλαβε αμέσως μετά απο εκείνη τον έφερε σε ακόμα πιο δύσκολη θέση.
Εκείνη χαμογέλασε φόρεσε το πορτοκαλί μπουφάν της.Αγκάλιασε τον Όσκαρ και έφυγε σχεδόν σκυφτή από την κούραση.
Ο Ιάκωβος αμέσως κοίταξε το Μάξιμο με βλέμμα απόγνωσης.
-Τι με κοιτάς ρε;Πήγαινε
-Τι;
-Αυτό δεν θες;Να της μιλήσεις;Να κοιταχτείτε;Πήγαινε βρε μπέκρουλα.

Εκείνος πετάχτηκε από το σκαμπό.
"Να πληρώσω παρακάλω"
"Άστο μια άλλη φορά"του φώναξε ο Μαξιμος σπρώχνοντας τον.

Ξαφνικά το μπαρ είχε αδειάσει και ακουγόντουσαν μόνο τα γέλια των δύο αντρών,που είχαν απομείνει.
"Αυτό από εμένα Μαξ."
"Πήγε κίολας εννέα ρε Όσκαρ."
"Δεν βαριέσαι.Κάτσε να πούμε καμιά κουβέντα της προκοπής.Πως και κάθησες μέχρι τέτοια ώρα σήμερα;"
"Είχε όμορφο βράδυ απόψε ρε και ξεχάστηκα"
"Ειναι καλό να ξεχνιέσαι ειναι ανθρώπινο.Υπάρχουν άνθρωποι και άνθρωποι."
"Υπάρχουν άνθρωποι μεθυσμένε μου φίλε,που είναι διαμάντια,κι ας νιώθουνε σκουπίδια, κι ας λένε οτι είναι κουρέλια"
Οι συζητήσεις των δύο συνεχίστηκαν για ώρα...

Στην άλλη πλευρά της πόλης,κάποιος είχε κατεβάσει τις γρίλιες,ξαπλωμένος,με τα μάτια ανοιχτά καρφωμένα στο ταβάνι.Γεμάτος από ζωή.Γεμάτος ευτυχία.
Ευτυχία είναι να έχεις την ελευθερία,την ελευθερία να την κοιτάξεις στα μάτια.Την ελευθερία να αισθάνεσαι τα πάντα.


Κεφ.2
Ήταν μόλις είκοσι λεπτά μετά τα μεσάνυχτα.Το σπίτι του Μάξιμου ήταν γεμάτο φωνές,γέλια και μια έντονη μυρωδιά κρασιού.Του άρεσε που και που να δίνει ρεπό στην μοναξιά του,να αφήνει το σκύλο του τον Τόμπι να χαλαρώσει από τις καθημερινές συζητήσεις και εξομολογήσεις του και να περνάει κάποιες ώρες με τους κοντινούς του ανθρώπους. Με τους αγαπημένους κοντινούς του ανθρώπους.
Έκανε παρέα και με τέτοια πλάσματα,παραδόξως.Ο Αποστόλης και ο Γιώργος ήταν ήδη αρκετά μεθυσμένοι και γελούσαν ακατάπαυστα κάνοντας την επικοινωνία των υπόλοιπων σχεδόν αδύνατη.
Έλειπε η Αφροδίτη,είχε αργήσει ήδη αρκετά αλλά δεν είχε έρθει και ποτέ στην ώρα της.

Έφτασε τότε και η Αφροδίτη χοροπηδώντας από τη χαρά της...
"Που είσαι εσύ καλέ μου;;;Γιατί πρέπει να κάνω πάντα έναν αιώνα για να σε δω ρε βλάκα;",είπε αγκαλιάζοντας τον Μαξ.
"Βρήκα αυτό το γράμμα στο γραμματοκιβώτιο."
Τότε όλοι πετάχτηκαν από τις θέσεις τους και ξαφνικά βρέθηκαν πάνω από τον Μαξ,που το κοίταζε,με μάτια θολά.
-Γράμμα για τον Μάξ;;;
-Από ποιά είναι;Από καμία θαυμάστρια.
-Σκάστε ρε.
Η Αφροδίτη πρόσεξε από το βλέμμα του Μαξ,ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για κακό χιούμορ.
"Μαξ;",του είπε. " 'Ολα καλά"
Εκέινος την κοίταξε σίγα σίγα,ανασήκωσε τους ώμους και έβαλε ενα ψεύτικο χαμόγελο.
"Ναι,από μια φίλη από παλιά είναι"
Ο Αποστόλης έφυγε από δίπλα του λέγοντας "Οκέυ,νομίζω όλοι καταλαβαίνουμε πάνω κάτω που πηγαίνει αυτό.Διάβασε το γράμμα φίλε και αν υπάρχει κάτι που θες να συζητήσεις,νιώσε άνετα,υποθέτω"
Ο Μάξιμος δεν τον άκουσε.Ήταν χαμένος.Είχε ήδη ανοίξει τον φάκελο και απλά κοίταζε τα γράμματα,χωρίς να διαβάζει.
Μισή ώρα αργότερα γύρισε νοητικά και πίσω στην παρέα του.
"Έρχεται στην Αθήνα και θέλει να βρεθούμε.Δεν ήταν τίποτα το ανησυχητικό."
"εμμ μάλιστα δεν ακούγεσαι ιδιαίτερα  καθησυχαστικός αλλά ας το αφήσουμε για τώρα.
Βάλε μου λίγο κρασί τώρα.Μισή ώρα εδώ,δεν έχω πιει γουλιά"
Το βράδυ τους κύλησε όμορφα,χωρίς συζητήσεις που κανείς δεν θα ήθελε να κάνει.
Και έτσι όλοι κοιμήθηκαν μεθυσμένοι και ήρεμοι για άλλο ενα βράδυ...
Ή σχεδόν όλοι...




Κεφ.3 
Είχαν περάσει δυο εβδομάδες και ήρθε η μέρα,που η Κ. έφτανε στην Αθήνα.
Ήταν καθιστός στα Πετράλωνα,μέχρι που εμφανίστηκε εκείνη.Κάθε φορά που εκείνη φαινόταν,η καρδιά του άλλαζε ρυθμό και το σφίξιμο στο στήθος γινόταν πιο έντονο.Όπως πάντα περπατούσε με ενα μπουκάλι νερό στο χέρι της και χάζευε γύρω γύρω.
Περπάτησαν μέχρι το λόφο,στεκόντουσαν για ώρα αμίλητοι, κοιτούσαν ο ενας μέσα στα μάτια του άλλου.Είχαν πολλά είδη επικοινωνίας εκείνη ήταν από τις αγαπημένες του.Να κοιτά μες τα μεγάλα μάτια της και να καταπίνει τη μια τζούρα του τσιγάρου του,μετά την άλλη.
"Θα σταματήσεις να καπνίζεις σαν διάολος;Χαλάρωσε,είναι αληθινό.Είμαστε εμείς και είμαστε εδώ",είπε εκείνη γελώντας.
Εκείνος πέταξε το τσιγάρο και την αγκάλιασε σφιχτά.Ξαφνικά οι παλμοί της καρδιάς του γύρισαν πάλι στα φυσιολογικά τους.
"Πως το κάνεις;Πως καταφέρνεις να με ηρεμείς έτσι;"
"Ξέρω τι έχεις ανάγκη ρε Μάξιμε.Σαν μικρό παιδί είσαι,έχεις ανάγκη μια αγκαλιά και δύο λόγια αληθινά για να ηρεμήσεις."
Εκείνος έκανε λίγο πίσω.Τα πρόσωπα τους απήχαν μόλις μια αναπνοή.Δεν την φίλησε,απλά έπιασε την τούφα από τα μαλλιά της,που μόνιμα πετούσε μπροστά από το μάτι της και την έβαλε πίσω από το αυτί της.Έπειτα την χάιδεψε στο μάγουλο και την ξαναγκάλιασε και τα μακρυά μαλλιά και των δύο μπλέχτηκαν σαν τους δύο κόσμους τους,που δεν διαφέραν και  πολύ.Αυτό ήταν που τους ένωνε.
Από εκεί πήγαζε αυτός ο απερίγραπτος έρωτας τους για εκείνη.
"Πως είναι η ζωή γλυκέ μου;"
"Απλή,η δουλειά πάει καλά.Προσπαθώ σαν τον Τόμπι και εγώ να συνηθίσω το νέο σπίτι."
"Με είχες ρωτήσει παλιότερα,πόσο καιρό είχα να κοιμηθώ ήρεμη.Να πέσω στο κρεβάτι και να μην με βασανίζει κάτι.Θέλω να σε ρωτήσω το ίδιο πράγμα τώρα Μαξ."
"Αμ,ναι....Κοιμάμαι μέτρια,αλλά έχω καλή παρέα.Είσαι η πρώτη μου σκέψη όταν ξυπνάω και συνήθως όταν πέφτω,σχεδόν πάντα μεθυσμένος!"
"Ειιιιι,γιατί;;"
Εκείνος γέλασε
"Ναι ούτε παρατηρήσεις δεν μπορώ να κάνω με εσένα που έχω μπλέξει"
"Ναι,είσαι πολύ όμορφη και αστεία,όταν παίρνεις το αυστηρό σου βλέμμα.Δεν στο έχω ξαναπεί αυτό.Σου έχω πει μόνο για όταν κοιμάσαι."
"εεειιιι"
"Τι;;Έχεις το βλέμμα του είμαι ελεύθερη"
"Εσύ"
"Εγώ;"
"Είσαι;"
"Τώρα;Όχι",είπε και την φίλησε λίγο διστακτικά στην αρχή,αλλά μετά αφέθηκε.Την έτριψε για λίγο στο λαιμό και μετά απομακρύνθηκε.
"Τώρα ναι"

Μια μέρα θα μαζευτούμε όσοι τραβάμε βάσανα
θα φτιάξουμε κέρινα είδωλα και θα τα πυρώσουμε.
Στο πρώτο τσιγάρο,που θα κάνουμε
θα σκεφτούμε
πόσο άδεια θα είναι από εδώ και πέρα η ζωή μας.
Ας είναι.

Τα παπούτσια μας θα είναι γεμάτα κερί.
Το κερί αυτό θα το πούμε παρελθόν.
Θα το σέρνουμε για πάντα
Θα το κουβαλάμε
Αλλά τα πόδια μας θα βαδίζουν προς το μέλλον
Μόνο Μέλλον.

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Now I do my talking with a gun

Το πάτωμα έτριζε από το βαρύ νωχελικό περπάτημα του.
Άνοιξε το ψυγείο για τρίτη φορά,αλλά και πάλι μόνο το φως τον κοίταγε από μέσα.
Έτσι πήγε προς το στρατιωτικό του μπαούλο,πήρε από μέσα τον μπερέ,που φορούσε πάντα κατά τις εξόδους του.
Έκλεισε δυνατά την πόρτα πίσω του,φορώντας το κλασικό χαμόγελο απόγνωσης του.
Είχε λίγο ομίχλη  και σκοτάδι στη γειτονιά του,αλλά όλος ο κόσμος ήταν έξω στις αυλές και τα μπαλκόνια τους.Άλλοι γέλαγαν,άλλοι τσακώνονταν, οι μανάδες φώναζαν στα παιδιά,που είχαν γεμίσει τα ρούχα τους με λάσπες.
Ο Αλ όπως συνήθιζε στεκόταν στην γωνία,έξω από το παντοπωλείο του Μπιλ και έβγαζε πάλι ένα από τα κηρύγματα του.
"Δεν έχει σημασία αν είσαι φτωχός ή πλούσιος,είμαστε όλοι γιοί του ίδιου και μοναδικού θεού.Και εκείνος θα μας αγαπάει για πάντα."
"Και ο δικός μου πατέρας,είπε οτι θα με αγαπάει για πάντα",τον διέκοψε ο Τσάρλι.
"Βέβαια το πάντα για αυτόν, διέρκισε κοντά στα πέντε χρόνια και μια εξομολόγηση".
"Μην γίνεσαι βλάσφημος Τσάρλι".
"Μπορεί ο Θεός να γεμίσει το στομάχι μου Αλ;Ο Θεός έστειλε εμένα κι όχι εσένα στον πόλεμο,ούτε μου χάρισε μετάλλια,αλλά και να μου τα χάριζε δεν θα μου φέρναν τροφή.
Μόνο πληγές και εφιάλτες έλαβα εγώ."
Ξαφνικά όλη στη γειτονιά είχαν σωπάσει .Τα βλέμματα τους ήταν καρφωμένα στους δύο άντρες.Ο Αλ δεν μίλησε ακούμπησε τη βίβλο,που είχε πάντα μαζί του και άρχισε να μιλάει σιγανά.
"Μην προσεύχεσαι για μένα παλιόφιλε.Εγώ δεν προσευχόμουνα για σένα,όταν σε έβρισκα λιπόθυμο στους δρόμους.Πέταγα το μπουκάλι whiskey,που είχες στο χέρι σου και σε γυρνούσα σπίτι σου.Τώρα αντί για αλκοόλ,κρατάς το παραμύθι σου.",σταμάτησε.
Είχε κάνει τον παλιό του φίλο ήδη αρκετά άσχημα.Έβαλε το προτελευταίο τσιγάρο που του είχε μείνει στο στόμα του και έψαξε για σπίρτα,καθώς απομακρυνόταν.
Δυο στενά μετά έστριψε,κάθισε σε ενα καφάσι με άδειες μπύρες,που η pub του Φιλ,είχε αφήσει.Πνίγηκε στα δάκρυα του και τον καπνό.Σκουπίστηκε και μπήκε μες την pub.
Η μπάρα ήταν σχεδόν γεμάτη,αλλά η θέση του στη γωνία δίπλα στη σκάλα ήταν άδεια,κάθισε και έβγαλε δυο δεκαράκια που του  είχαν απομείνει.
Ο Φίλ τον πλησίασε σκούπιζοντας τα χέρια του απ'τα νερά πάνω στην ποδιά του,κοίταξε τα ψηλά που είχε αφήσει ο Τσάρλι στον πάγκο,χαμογέλασε και του είπε
"Βλέπω δεν θα τα αφήσεις βερεσέ σήμερα."
"Βερεσέ τέλος φίλε μου.Αν και είναι τελευταία μέρα που πίνω σήμερα."
"Το αλκοόλ δεν έχει τελευταίες μέρες και φορές.Μόνο ο θάνατος μπορεί να σταματήσει κάποιον από το αλκοόλ.Τι whiskey θες;"
"Δυο δεκάρικα έχω ρε Φιλ,τι να θέλω;Το φθηνότερο βάλε"
"Αν μου δώσεις ενα τσιγάρο,μπορώ να σου βάλω όποιο θες"
Ο Τσάρλι κοίταξε το πακέτο και σκέφτηκε,"αυτό θα ήταν το τελευταίο μου τσιγάρο".
"Θα το μετανιώσω σίγουρα",είπε ανασθαινάζοντας και πέταξε το πακέτο στον Φιλ.
Ο Φίλ άρπαξε αμέσως το πακέτο,το έβαλε στο στόμα του,τράβηξε μια μεγάλη τζούρα και φύσηξε τον καπνό στα μούτρα του Τσάρλι επιδεικτικά.
Τα χέρια του τρέμαν·είχε ήδη μετανιώσει τη "δωρεά" του
"Ποο ξεχαρμάνιασα" του είπε,"για λέγε πιο θες."
"Βάλε το ακιβότερο."
Μια στιγμή αργότερα ενα ποτήρι με δυο δάχτυλα whiskey σύρθηκε πάνω στον πάγκο στο μέρος του Τσαρλ.Το τρέμουλο σταμάτησε·όρμηξε σαν διψασμένο σκυλί στο whiskey και ήπιε μια γουλιά.

Μετά από αρκετή ώρα,ο Φιλ ξαναπλησίασε τον Τσάρλι ελαφρώς μεθυσμένος.
"Ρε Τσάρλι αγορίνα μου,άσχημο παιδί δεν είσαι.Πως και δεν σε έχω δει ποτέ με καμία κοπελίτσα,ούτε εδώ,ούτε στη γειτονιά γενικά;;"
"Ποιά θα γυρίσει να κοιτάξει ενα σακάτη απ΄το πόλεμο;;",είπε νιώθοντας εντελώς άβολα.
"Τι λες ρε;;;",φώναξε και ξεκαρδιστικέ στα γέλια.
"Οι γυναίκες τρελαίνονται για περιπετιώδης άντρες.Νιώθουν ασφάλεια."
"Το whiskey μου τελείωσε Φιλ το ίδιο και τα λεφτά μου.Θα αποχωρίσω."
"Που πας ρε πάλι;Μια φορά είπα να ανταλλάξουμε μια σοβαρή κουβέντα.Άμα τόσο σε ενοχλεί δεν συνεχίζω ρε Τσάρλι."
"Καληνύχτα Φιλ"
"Εύχομαι να τα πούμε σύντομα φίλε μου."
Ο Τσάρλι ήξερε ότι αυτό δεν θα συναίβενε.
Βγαίνοντας έξω συνειδητοποίησε ότι η θερμοκρασία είχε πέσει πολύ,έτσι έσφιξε το κασκόλ γύρω από το λαιμό του και ξεκίνησε το γυρισμό προς το σπίτι του.Στάθηκε για πέντε λεπτά έξω από το σπίτι του Αλ.Ο φωτισμός στο σπίτι του ήταν χαμηλός,αλλά μια  φιγούρα εμφανίστηκε στο παράθυρο.Σήκωσε την παλάμη της και αποχαιρέτησε τον Τσάρλι.Μια στιγμή αργότερα,το σπίτι του Αλ πλημμύρισε σκοτάδι.

Δεκά λεπτά αργότερα όλα τα φώτα της γειτονιάς άναψαν,μαζί και του Αλ,στον ήχο ενος πυροβολισμού,που ερχόταν από το σπίτι του Τσάρλι.

Κανείς ποτέ δεν έμαθε την αιτία για την αυτοκτονία του,εκτός του Άλαν,που ήξερε τα πάντα.
Τα πάντα για τον έρωτα του Τσάρλι για αυτόν.Το μυστικό τους,θάφτηκε μαζί με κάθε γράμμα που είχαν ανταλλάξει κατά τη διάρκεια του πολέμου,μέσα στον τάφο του.



Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Μια μέρα ανάμνησης/Μια αναμνηστική μέρα

// Γιατί δοθήκαμε σε λάθος απογεύματα;;//

Απογεύματα που αφήσαμε ανεξέλεγκτα
και απλά και μας γδύσανε.
Και παλεύαμε να βρούμε σκοτάδι
να κρύψουμε την γύμνια μας.
//Αντί να την καμαρώνουμε//

Καταστάσεις και συνθήκες δεν ταιριάζουνε σχηματικά
απλά θέλουμε να τα βλέπουμε όλα γκρίζα προσχηματικά.

Κοίτα πως πνίγομαι σε μια κουταλιά.
 Τη χειρότερη ώρα.
 //Την ώρα αιχμής//

Δεν είναι τέτρις η ζωή,
όσοι την είδαν έτσι φτάσαν ταβάνι
πρωτού φτάσουν να ακουμπήσουν μια στάλα ζωής.

Η ζωή είναι σημαδούρα. σημάδευε ωκεανό.
 Γάμα την αλυσίδα,υπάρχει άνωση.
 Ψυχή μου ποτέ να μην πνιγείς.
Ψυχή μου ποτέ ξανά να μην βιαστείς.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

νύχτες

Τα κορμιά μας θάλασσα. 
Ακυβέρνητοι για πολύ καιρό.
Μα πιάσαμε λιμάνι.

//Κάθε πρώτο μας φιλί λιμάνι//

Κάθε τελευταία μας κουβέντα κι ενα βαθύ πηγάδι.
 Ναυάγησα μια νύχτα
Έπειτα χάθηκα.
Χάθηκες.

Αλλά δεν καταντήσαμε.
Γεράσαμε και ξανανιώσαμε.

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

son of a gun

<<Ο θάνατος είναι ο πατέρας μου.
    Η γαλήνη η μάνα μου.
    Γεννήθηκα μέσα από μια κραυγή>>

Στο βάθος του χολ,καθόταν ο Ντέιβιντ και έκανε ακόμα ένα τσιγάρο.Απορροφημένος από τις σκέψεις και τις τύψεις του,είχε γεμίσει το κόκκινο του πουλόβερ με κάφτρες,το αγαπημένο της Μάργκαρετ,πριν σταματήσει να του μιλάει. Είχε πιεί σχεδόν μισό μπουκάλι,από ενα φτηνό whiskey,που'χε πάρει από μια κάβα,δύο τετράγωνα μακρυά από το σπίτι τους.Πως μπορούσε να ξαπλώσει πια μαζί της ξανά;
Όλο αυτό τον καιρό έμενε ξάγρυπνος,κοιμόταν ελάχιστα και είχε λιποθυμήσει στην δουλειά  μια φορά και παραλίγο να τον διώξουν. Σήμερα είχε μια τρελή επιθυμία να απλώσει το κορμί του πλάι στο δικό της.
Δεν ήθελε να την αγγίξει,ήξερε πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο θα την ενοχλούσε πάρα πολύ.Βέβαια η ευτυχία δεν υπήρξε ποτέ στο πλευρό τους,απ'την άλλη.Προσπαθούσε πολύ,να κρατήσει την πλάτη του κολλημένη σε αυτή την ξύλινη καρέκλα,που τόσο έχει σιχαθεί,αλλά ήξερε καλα πως έπρεπε να μείνει εκεί.
Έβλεπε το πρόσωπο της,τόσο γαλήνιο στην άλλη άκρη του χώρου.
H Μάργκαρετ έκανε πάντα ελαφρύ ύπνο,λόγω του άγχους της για το παιδί.Μετά το χαμό του,κάθε ήχος ήταν αρκετός να διακόψει την νυχτερινή "ξεκούραση" της.
Τον ύπνο της διέκοψε ενα σκάλισμα στην κλειδαρότρυπα της εξώπορτας και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα,μια φιγούρα στεκόταν πάνω από τον άντρα της,που οριακά είχε επαφή με το περιβάλλον.
Εκείνος με ενα μόνο ελαφρύ άγγιγμα στον ώμο,εκτινάχτηκε στον αέρα και κοιτώντας πίσω του αντίκρισε μια μάσκα,να προβάλει μέσα από τα σκοτάδια μια λευκή ξύλινη μάσκα και μέσα τις τρύπες δύο μάτια κατακόκκινα,σαν να τρέφονταν με αίμα και όχι με ηλιακό φώς.Δεν υπήρχε πάνω της κανένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό,πέρα από ένα σκαλυσμένο κυνικό χαμόγελο ψυχοπαθή.Η φιγούρα,που το ύψος ήταν κοντά στα δύο μέτρα και ιδιαίτερα αδύνατη στάθηκε εκεί ακίνητη κοιτάζοντας,όσο ο Ντέιβιντ έτρεξε προς την Μάργκαρετ φωνάζοντας βοήθεια και την αγκάλιασε.

Δεν ήταν απλά ένας δολοφόνος,
μια απειλή,
το μανιακό χαμόγελο που είχε σκαλύσει στη μάσκα και το βλέμμα του,έδειχναν και κάτι άλλο.
Ο θάνατος στα μάτια του φαινόταν αλλιώς.
Ήταν σαν μια υπέροχη δημιουργία,σαν μια απελευθέρωση.
Το μόνο που ηχούσε στο δικό του μυαλό ήταν το
 <<απελευθέρωσε τις ψυχές τους>>.

Το χέρι του αγκάλιαζε ένα όπλο μακρύ και στράφηκε απευθείας προς τον Ντέιβιντ,ο οποίος έκρυψε την Μάργκαρετ μες την αγκαλιά του.Η σκανδάλη είχε ήδη πατηθεί δύο φορές.
Η μια τρύπησε απευθείας τον Ντείβιντ και στα μάτια του μεγαλόσωμου άντρα, φωτιές άρχισαν να βγαίνουν μέσα από το στέρνο του.Η τρύπα της σφαίρας ήταν η πύλη του για την γαλήνη,για τον εξαγνισμό της ψυχής του.
Η δεύτερη σφαίρα βρήκε την Μάργκαρετ στην πλάτη,τα μάτια της γύρισαν ανάποδα και τα βλέφαρα της έκλεισαν.Το στόμα της άρχισε να βγάζει καπνούς και η πλάτη της γέμισε με πολλά μικρά τριαντάφυλλα,τα οποία φλέγονταν σιγά-σιγά.

Το περιστατικό είχε μεταφερθεί από το σκοτεινό διαμέρισμα του ζευγαριού σε ενα φωτεινό, αλλά γεμάτο ομίχλη και  υγρασία περιβάλλον,όπου όλα ήταν ήσυχα,γαλήνια και ρίζες δέντρων φύτρωναν γύρω από τα νεκρά σώματα
-που πήγαζαν ζωή.-
Όλα στο μυαλό της σκιάς δολοφόνου φάνταζαν τόσο πανέμορφα.

Ξαφνικά,τα φώτα από τα γύρω σπίτια άρχισαν να ανάβουν,λίγα λεπτά μετά το διαμέρισμα είχε αδειάσει από κάθε μορφή ζωής και είχε γεμίσει με καπνό απ'τα τσιγάρα του Ντέιβιντ και από την κάννη του όπλου της φιγούρας,που χάθηκε και πάλι μες το σκοτάδι από όπου και προήλθε.


Το πρωί η αστυνομία στην έρευνα της,βρήκε μια φωτογραφία του παιδιού τους,κολλημένη στη πινακίδα της οδού,ακριβώς κάτω από το σπίτι τους και από πίσω γραμμένο,με περιποιημένα  και καλλίγραφικα γράμματα...
" Έχω βρεθεί πιο κοντά στο θάνατο,από τον καθένα σας και ήταν υπέροχα"


Φωτογραφία: Cow